Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΥΠΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ (870/2018 ΟΛ. ΣΤΕ)

  • By:Νικόλαος Πέττας

Σκέψεις με αφορμή την 870/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ένα από τα δικονομικά ζητήματα που κατά καιρούς έχουν ανακύψει, εν σχέση με το παραδεκτό της άσκηση αίτησης ακυρώσεως κατά τυπικού νόμου, απασχόλησε την προσφάτως εκδοθείσα με αριθ. 870/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας.  Αξίζει να υπομνησθεί ότι το ζήτημα αυτό, δηλαδή της προσβολής με το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως τυπικού νόμου, έχει ανακύψει κατ’ αποτέλεσμα της νομοθετικής πρακτικής να θεσπίζονται νόμοι ρυθμίζοντας έννομες σχέσεις με ατομικό και συγκεκριμένο περιεχόμενο, αντί με γενικό και αφηρημένο, προκειμένου να μην εκδοθεί γα την συγκεκριμένη περίπτωση μια ατομική διοικητική πράξης επί τω σκοπώ της αποφυγής του ακυρωτικού ελέγχου του Συμβουλίου Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Η νομολογιακή θέση ξεκίνησε με την υπ αριθ. 3976/2009 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ με την οποία διατυπώθηκε, με την 6η σκέψη της, νομολογιακά ο κανόνας ότι αίτηση ακυρώσεως κατά τυπικού νόμου, ακόμη κι αυτός εισάγει ρυθμίσεις ατομικού περιεχομένου είναι απαράδεκτη. Η άποψη δε, της πλειοψηφίας, η οποία κρατεί μέχρι και σήμερα, εν πληρότητι είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές, δηλαδή στις περιπτώσεις όπου άγεται ενώπιον του ΣτΕ αίτηση ακύρωσης κατά τυπικού νόμου, ο οποίος ρυθμίζει και μάλιστα με τρόπο εξαντλητικό, ούτως ώστε να αποφευχθεί και μελλοντικώς έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης, ατομική ρύθμιση έννομης σχέσης ή κατάστασης πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτη. Πλην όμως και με αφορμή αυτή τη νομοθετική πρακτική, η οποία προφανώς και έχει σκοπό την αποφυγή του δικαστικού ελέγχου μιας και οι νόμοι δεν μπορούν να προσβληθούν ευθέως, αλλά μόνο με αφορμή έκδοσης διοικητικής πράξης, το δικαστήριο δέχεται μέχρι και σήμερα, με την υπ αριθ. 870/2018, ότι καθίσταται προσβήτη ενώπιον του κάθε άλλη πράξη οργάνου της Διοίκησης, η οποία εκδίδεται με αφορμή αυτόν τον ρυθμίζοντα ατομικές έννομες σχέσεις τυπικό νόμο.  Η πλειοψηφία μάλιστα καταλήγει στην ως άνω θέση, τη θέση, δηλαδή, ότι σε αυτού του είδους περιπτώσεις είναι παραδεκτή η αίτηση ακυρώσεως οποιασδήποτε άλλης, ακόμη και μη εκτελεστής, πράξης της Διοίκησης, προκειμένου να μην στερηθούν οι θιγόμενοι από τον τυπικό νόμο, το δικαίωμα τους στην παροχή έννομης προστασίας κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. (θέση με την οποία δεν συμφωνούσε η μειοψηφία της με αριθ. 3976/2009).

Η σχηματισθείσα τότε μειοψηφία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καθώς υπεστήριξε, ότι μια τέτοια θέση, ότι δηλαδή δεκτική αιτήσεως ακυρώσεως είναι κάθε μεταγενεστέρως εκδοθείσα πράξη της διοίκησης, ακόμη και μη εκτελεστή, θα παραβιάζει τον θεμελιώδη δικονομικό κανόνα δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο, μόνο οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις είναι δυνατόν να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως, συμφώνως και προς το 95 παρ. 1 περ. α του Συντάγματος.  

Σε κάθε περίπτωση το κρίσιμο συμπέρασμα με δεδομένη την, μέχρι σήμερα, νομολογιακή θέση είναι ότι στις περιπτώσεις εκείνες, που η εκτελεστική εξουσία επιλέξει αντί τον δρόμο της έκδοσης διοικητικής πράξης προκειμένου να ρυθμίσει μια ατομική έννομη σχέση (πχ. σύμβαση), τον δρόμο της θέσπισης της ίδιας ρύθμισης με τον μανδύα του τυπικού νόμου, οι θιγόμενοι δύναται να ασκήσουν, παραδεκτά, αίτηση ακυρώσεως κατά οποιασδήποτε πράξης της διοίκησης με αφορμή τον συγκεκριμένο νόμο, προβάλλοντας λόγους συμφωνίας του είτε με το Σύνταγμα είτε με υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες δικαίου.

Posted in: Επικαιρότητα